Το if/else επιτρέπει καλύτερο έλεγχο κατά την εκτέλεση του κώδικα από ότι η βασική συνθήκη if, επιτρέποντας την ομαδοποίηση πολλαπλών ελέγχων μαζί. Για παράδειγμα, μια αναλογική είσοδος μπορεί να ελεγχθεί και να παρθεί μια ενέργεια εάν η είσοδος ήταν μικρότερη από το 500. Μια άλλη ενέργεια να πραγματοποιηθεί, εάν η είσοδος ήταν 500 ή μεγαλύτερη. Ο κώδικας θα φαινόταν ως ακολούθως:
if (pinFiveInput < 500)
{
// action A
}
else
{
// action B
}
Το else μπορεί να εκτελέσει άλλο έλεγχο if, έτσι ώστε πολλαπλοί αλληλοαποκλειόμενοι έλεγχοι να μπορούν να εκτελεστούν ταυτόχρονα.
Ο κάθε έλεγχος θα προχωρήσει στον αμέσως επόμενο μέχρις ότου συναντήσει μια αληθής συνθήκη. Όταν βρεθεί η αληθής συνθήκη, τότε το σχετικό κομμάτι κώδικα θα εκτελεστεί και τότε το πρόγραμμα παραλείπει την γραμμή ακολουθούμενη όλη την δομή του if/else. Εάν αποδειχθεί ότι κανένας έλεγχος δεν είναι αληθής, τότε το προεπιλεγμένο κομμάτι του else θα εκτελεστεί. Εάν υπάρχει έστω ένας, τότε εκτελείται το αντίστοιχο κομμάτι.
Σημειώστε ότι ένα κομμάτι του else if μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ή χωρίς το τελευταίο κομμάτι του else και αντίστροφα. Κατά αυτόν τον τρόπο επιτρέπεται απεριόριστος αριθμός διακλαδώσεων του else if.
if (pinFiveInput < 500)
{
// do Thing A
}
else if (pinFiveInput >= 1000)
{
// do Thing B
}
else
{
// do Thing C
}
Ένας άλλος τρόπος έκφρασης των διακλαδώσεων, όπου έχουμε τις λεγόμενες αλληλοαναιρούμενες δοκιμές, είναι να χρησιμοποιήσουμε την συνθήκη switch case.
Επιστροφή στην σελίδα Παραπομπές Γλώσσας
